Πρωτοσυγκέλλου Ι.Μ. Φωκίδος Γέροντος Νεκταρίου Μουλατσιώτη
Αγαπητοί μου αδελφοί. Σήμερα ο Ευαγγελιστής Λουκάς καταγράφει στο Ευαγγέλιό του μια παραβολή που είπε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός προς τον λαό του Ισραήλ, όταν δίδασκε. Ποιά είναι αυτή η παραβολή και τι αναφέρει;
Μας λέγει ότι ήταν ένας πλούσιος και κοντά στο σπίτι του
βρισκότανε
ένας φτωχός, άρρωστος και πεινασμένος άνθρωπος που ονομαζόταν Λάζαρος. Ο πλούσιος δεν του έδωσε ποτέ καμία σημασία. Ήλθε όμως η ημέρα που πέθανε και ο πλούσιος και ο φτωχός Λάζαρος. Ο μεν πλούσιος πήγε στην κόλαση. Ο δε Λάζαρος πήγε στον Παράδεισο, όπως είπε ο Χριστός. Γιατί όμως ο πλούσιος καταδικάστηκε και ο φτωχός Λάζαρος σώθηκε;
ένας φτωχός, άρρωστος και πεινασμένος άνθρωπος που ονομαζόταν Λάζαρος. Ο πλούσιος δεν του έδωσε ποτέ καμία σημασία. Ήλθε όμως η ημέρα που πέθανε και ο πλούσιος και ο φτωχός Λάζαρος. Ο μεν πλούσιος πήγε στην κόλαση. Ο δε Λάζαρος πήγε στον Παράδεισο, όπως είπε ο Χριστός. Γιατί όμως ο πλούσιος καταδικάστηκε και ο φτωχός Λάζαρος σώθηκε;
Εδώ κρύβονται πολλά μηνύματα εκ των οποίων σήμερα μόνο τα
κυριότερα θα φανερώσουμε στην αγάπη σας. Το βασικό μήνυμα που λαμβάνουμε είναι,
ότι οι έχοντες και κατέχοντες τον πλούτο δύσκολα εισέρχονται στον Παράδεισο,
όπως μας είπε ο Χριστός. Διότι ο «χορτάτος» δεν πιστεύει τον «πεινασμένο», όπως
λέγει και μια ελληνική παροιμία.
Ο πλούτος δίδεται από τον Θεό σε κάποιους ανθρώπους, για να
τον χειριστούν καλώς και να τον μοιράζουν σε φτωχούς, όπως έκανε και ο Αβραάμ
που ήταν βαθύπλουτος. Ναι, ο Αβραάμ στην Παλαιά Διαθήκη μοίραζε τον πλούτο του
σε φτωχούς και κρατούσε την καρδιά του ταπεινή. Δεν ήταν υπερήφανος,
«ψηλομύτης» όπως λέει ο λαός μας, ούτε και εγωιστής. Για να κρατά δε την
ταπεινότητά του και να μη την χάσει, όποιοι φτωχοί πήγαιναν στο σπίτι του, ο
Αβραάμ γονάτιζε ενώπιόν τους και έπλενε τα πόδια τους. Γι’ αυτό και ο Θεός
αντάμειψε αυτή την ελεημοσύνη και ταπεινότητά του. Πώς την αντάμειψε; Ολόκληρη
η Αγία Τριάδα τον επισκέφθηκε στο σπίτι του και ευλόγησε την οικογένειά του.
Άρα η Ελεημοσύνη και η Ταπεινότητα έλκουν σαν μαγνήτης το
έλεος του Θεού επάνω στην οικογένειά μας και στον καθένα μας προσωπικά. Ποια
όμως ελεημοσύνη έλκει το έλεος του Θεού; Η τσιγκούνικη; Φυσικά και όχι. Μήπως η
ελεημοσύνη που κάνουμε εμείς, δίνοντας ένα και δύο ευρώ και όσα παλαιά ρούχα ή
έπιπλα δεν τα θέλουμε τα μοιράζουμε στους φτωχούς; Αυτή η ελεημοσύνη δεν είναι
ευλογημένη από τον Θεό, διότι είναι «τσιγκούνικη» ελεημοσύνη, που προμηνύει ότι
και ο Θεός με τσιγκουνιά θα στείλει το έλεός Του σε εμάς.
Αδελφοί μου, Ο Θεός αγαπά την πλούσια ελεημοσύνη, γιατί και
Αυτός σκορπά πλούσια το έλεός Του. Η «τσιγκούνικη» ελεημοσύνη δεν γίνεται δεκτή
από τον Θεό, διότι πίσω της κρύβει το «εγώ» μας και το προσωπικό μας συμφέρον.
Δηλαδή, αν δώσω πλούσια ελεημοσύνη, πώς θα ζήσω μετά εγώ, τι θα δώσω στα παιδιά
και στα εγγόνια μου; Ο Θεός απεχθάνεται αυτού του είδους την ελεημοσύνη, που
πίσω της κρύβει καλά το εγώ μας και τα προσωπικά και οικογενειακά μας
συμφέροντα.
Γι’ αυτό και ο πλούσιος της σημερινής Ευαγγελικής περικοπής
βρέθηκε στην κόλαση. Κρίμα, διότι του δόθηκε ο πλούτος για να κερδίσει τον
Παράδεισο κι εκείνος ικανοποιούσε με αυτόν το «εγώ» του και τα οικογενειακά του
συμφέροντα. Όμως ο φτωχός Λάζαρος κέρδισε τον Παράδεισο. Γιατί και πώς τον
κέρδισε;. Διότι η φτώχεια είναι οδός σωτηρίας, καθ’ ότι δεν σου επιτρέπει να
αποκτήσεις εγωισμό και υπερηφάνεια. Σε κρατά πάντα ταπεινό και προσγειωμένο. Ο
φτωχός δεν φαντάζεται ότι είναι κάποιος, διότι η φτώχεια σε αντίθεση με τον
πλούτο και την καλοπέραση κρατά τον άνθρωπο στην αγία ταπείνωση που οδηγεί στον
Παράδεισο.
Ο φτωχός Λάζαρος εκτός από φτώχεια που είχε ήταν επιπλέον
και άρρωστος, γεμάτος από πληγές που τα σκυλιά τις έγλυφαν. Για τίποτε όμως δεν
διαμαρτυρήθηκε, ποτέ του δεν αγανάκτησε με τον Θεό ή με τους ανθρώπους που δεν
τον υποστήριζαν και δεν τον βοηθούσαν. Αντιθέτως καλλιέργησε την αγία υπομονή,
που είναι και αυτή οδός σωτηρίας και οδηγεί στην Βασιλεία του Θεού. Οι δύο
λοιπόν αρετές του, η υπομονή και η ταπεινοφροσύνη τον έφεραν στον Παράδεισο.
Εμείς τι μηνύματα λαμβάνουμε τώρα; Πρώτον, ότι ο πλούτος, αν
δεν γίνεται ελεημοσύνη, καλλιεργεί τον εγωισμό και την υπερηφάνεια, με
αποτέλεσμα να οδηγεί την ψυχή του ανθρώπου στην αιώνια κόλαση. Δεύτερον, ότι η
φτώχεια είναι οδός σωτηρίας, διότι γεννά την ταπείνωση και για όποιον την
υπομένει χωρίς να αγανακτήσει, γίνεται το κλειδί που θα του ανοίξει ο Θεός την
πόρτα της Βασιλείας Του.
Αλλοίμονο στους ανελεήμονες πλουσίους. Χαρά δε και ευλογία
στους φτωχούς, στους αρρώστους και στους ταπεινούς, διότι αυτοί με την υπομονή
και την ταπείνωσή τους θα κερδίσουν την Βασιλεία των Ουρανών, που κάθε
ευλογημένη ψυχή ζητά και ποθεί. Αμήν.
Πηγή: http://poimin.gr/to-minyma-tou-plousiou-ke-tou-ftochou-lazarou/
Λκ. 16, 19-31
19 ῎Ανθρωπος δέ τις ἦν πλούσιος, καὶ ἐνεδιδύσκετο πορφύραν καὶ βύσσον εὐφραινόμενος καθ᾿ ἡμέραν λαμπρῶς. 20 πτωχὸς δέ τις ἦν ὀνόματι Λάζαρος, ὃς ἐβέβλητο πρὸς τὸν πυλῶνα αὐτοῦ ἡλκωμένος 21 καὶ ἐπιθυμῶν χορτασθῆναι ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τοῦ πλουσίου· ἀλλὰ καὶ οἱ κύνες ἐρχόμενοι ἀπέλειχον τὰ ἕλκη αὐτοῦ. 22 ἐγένετο δὲ ἀποθανεῖν τὸν πτωχὸν καὶ ἀπενεχθῆναι αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀγγέλων εἰς τὸν κόλπον ᾿Αβραάμ· ἀπέθανε δὲ καὶ ὁ πλούσιος καὶ ἐτάφη. 23 καὶ ἐν τῷ ᾅδῃ ἐπάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ, ὑπάρχων ἐν βασάνοις, ὁρᾷ τὸν ᾿Αβραὰμ ἀπὸ μακρόθεν καὶ Λάζαρον ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ. 24 καὶ αὐτὸς φωνήσας εἶπε· πάτερ ᾿Αβραάμ, ἐλέησόν με καὶ πέμψον Λάζαρον ἵνα βάψῃ τὸ ἄκρον τοῦ δακτύλου αὐτοῦ ὕδατος καὶ καταψύξῃ τὴν γλῶσσάν μου, ὅτι ὀδυνῶμαι ἐν τῇ φλογὶ ταύτῃ. 25 εἶπε δὲ ᾿Αβραάμ· τέκνον, μνήσθητι ὅτι ἀπέλαβες σὺ τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου, καὶ Λάζαρος ὁμοίως τὰ κακά· νῦν δὲ ὧδε παρακαλεῖται, σὺ δὲ ὀδυνᾶσαι· 26 καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρικται, ὅπως οἱ θέλοντες διαβῆναι ἔνθεν πρὸς ὑμᾶς μὴ δύνωνται, μηδὲ οἱ ἐκεῖθεν πρὸς ἡμᾶς διαπερῶσιν. 27 εἶπε δέ· ἐρωτῶ οὖν σε, πάτερ, ἵνα πέμψῃς αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου· 28 ἔχω γὰρ πέντε ἀδελφούς· ὅπως διαμαρτύρηται αὐτοῖς, ἵνα μὴ καὶ αὐτοὶ ἔλθωσιν εἰς τὸν τόπον τοῦτον τῆς βασάνου. 29 λέγει αὐτῷ ᾿Αβραάμ· ἔχουσι Μωϋσέα καὶ τοὺς προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν. 30 ὁ δὲ εἶπεν· οὐχί, πάτερ ᾿Αβραάμ, ἀλλ᾿ ἐάν τις ἀπὸ νεκρῶν πορευθῇ πρὸς αὐτούς, μετανοήσουσιν. 31 εἶπε δὲ αὐτῷ· εἰ Μωϋσέως καὶ τῶν προφητῶν οὐκ ἀκούουσιν, οὐδὲ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθήσονται.
Λκ. 16, 19-31
19 ῎Ανθρωπος δέ τις ἦν πλούσιος, καὶ ἐνεδιδύσκετο πορφύραν καὶ βύσσον εὐφραινόμενος καθ᾿ ἡμέραν λαμπρῶς. 20 πτωχὸς δέ τις ἦν ὀνόματι Λάζαρος, ὃς ἐβέβλητο πρὸς τὸν πυλῶνα αὐτοῦ ἡλκωμένος 21 καὶ ἐπιθυμῶν χορτασθῆναι ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τοῦ πλουσίου· ἀλλὰ καὶ οἱ κύνες ἐρχόμενοι ἀπέλειχον τὰ ἕλκη αὐτοῦ. 22 ἐγένετο δὲ ἀποθανεῖν τὸν πτωχὸν καὶ ἀπενεχθῆναι αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀγγέλων εἰς τὸν κόλπον ᾿Αβραάμ· ἀπέθανε δὲ καὶ ὁ πλούσιος καὶ ἐτάφη. 23 καὶ ἐν τῷ ᾅδῃ ἐπάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ, ὑπάρχων ἐν βασάνοις, ὁρᾷ τὸν ᾿Αβραὰμ ἀπὸ μακρόθεν καὶ Λάζαρον ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ. 24 καὶ αὐτὸς φωνήσας εἶπε· πάτερ ᾿Αβραάμ, ἐλέησόν με καὶ πέμψον Λάζαρον ἵνα βάψῃ τὸ ἄκρον τοῦ δακτύλου αὐτοῦ ὕδατος καὶ καταψύξῃ τὴν γλῶσσάν μου, ὅτι ὀδυνῶμαι ἐν τῇ φλογὶ ταύτῃ. 25 εἶπε δὲ ᾿Αβραάμ· τέκνον, μνήσθητι ὅτι ἀπέλαβες σὺ τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου, καὶ Λάζαρος ὁμοίως τὰ κακά· νῦν δὲ ὧδε παρακαλεῖται, σὺ δὲ ὀδυνᾶσαι· 26 καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρικται, ὅπως οἱ θέλοντες διαβῆναι ἔνθεν πρὸς ὑμᾶς μὴ δύνωνται, μηδὲ οἱ ἐκεῖθεν πρὸς ἡμᾶς διαπερῶσιν. 27 εἶπε δέ· ἐρωτῶ οὖν σε, πάτερ, ἵνα πέμψῃς αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου· 28 ἔχω γὰρ πέντε ἀδελφούς· ὅπως διαμαρτύρηται αὐτοῖς, ἵνα μὴ καὶ αὐτοὶ ἔλθωσιν εἰς τὸν τόπον τοῦτον τῆς βασάνου. 29 λέγει αὐτῷ ᾿Αβραάμ· ἔχουσι Μωϋσέα καὶ τοὺς προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν. 30 ὁ δὲ εἶπεν· οὐχί, πάτερ ᾿Αβραάμ, ἀλλ᾿ ἐάν τις ἀπὸ νεκρῶν πορευθῇ πρὸς αὐτούς, μετανοήσουσιν. 31 εἶπε δὲ αὐτῷ· εἰ Μωϋσέως καὶ τῶν προφητῶν οὐκ ἀκούουσιν, οὐδὲ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθήσονται.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου